| Θέση | Πεδίο ορισμού | Σελίδα | Δράσεις |
|---|---|---|---|
| 1 | www.theconjugator.com | /english/verb/to+add... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
English verb conjugation TO ADD
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Regular verb |
|||
| 2 | www.oxfordlearnersdictionaries.com | /definition/english/... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
add verb - Definition, pictures, pronunciation and usage ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
[transitive] to put something together with something else so as to increase the size, number, amount, etc. add something Next add the flour. |
|||
| 3 | www.gymglish.com | /en/conjugation/engl... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
TO ADD - English Verb Conjugation
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Present ( simple ) · I add · you add · he adds · we add · you add · they add. Present progressive / continuous. I am adding; you are adding; he is adding; we ... |
|||
| 4 | www.facebook.com | /groups/SearchEnglis... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Definition of add verb
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Verb )---->To put something together with something else so as to increase the size, number, or amount. Examples |
|||
| 5 | conjugator.reverso.net | /conjugation-english... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Conjugate verb add
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Conjugate the English verb add |
|||
| 6 | dictionary.cambridge.org | /dictionary/english/... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
ADD | English meaning - Cambridge Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
add verb [I/T] (INCREASE) ... to put something with something else to increase the number or amount or to make it more important |
|||
| 7 | www.grammarly.com | /blog/parts-of-speec... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Verbs
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
31 янв. 2025 г. — Verbs are words that represent actions that are external (run, jump, work) and internal (love, think, consider). |
|||