Български | Català | Deutsche | Hrvatski | Čeština | Dansk | Nederlandse | English | Eesti keel | Français | Ελληνικά | Magyar | Italiano | Latviski | Norsk | Polski | Português | Română | Русский | Српски | Slovenský | Slovenščina | Español | Svenska | Türkçe | 汉语 | 日本語 |
P

bisexual

Ενεργή φράση
Ημερομηνία ενημέρωσης πληροφοριών: 2026/03/28
Συχνότητα ερωτήματος αναζήτησης
12275

Θέσεις σε Google

Αναζήτηση φράσεων - Google

🔍
Θέση Πεδίο ορισμού Σελίδα Δράσεις
1 ru.wikipedia.org /wiki/%d0%91%d0%b8%d...
Τίτλος
Бисексуальность
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Бисексуальность
Бисексуа́льность (от лат. bi- «двойное» и лат. sexus) — романтическое и сексуальное влечение или сексуальная активность по отношению к мужчинам и к женщинам.
2 en.wikipedia.org /;37125230
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
N/A
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Δεν υπάρχει διαθέσιμο απόσπασμα
3 lgbtqia.fandom.com /wiki/bisexual
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Bisexual - LGBTQIA+ Wiki - Fandom
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Bisexual - LGBTQIA+ Wiki - Fandom
Bisexual , also abbreviated as bi, is a sexual orientation encompassing attraction to multiple genders and/or sexes.
4 dictionary.cambridge.org /ru/%d1%81%d0%bb%d0%...
Τίτλος
Значение bisexual в английском - Cambridge Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Значение bisexual в английском - Cambridge Dictionary
23 июл. 2025 г. — sexually or romantically attracted to people of your own gender and people of a different gender
5 www.apa.org /pi/lgbt/resources/b...
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Understanding Bisexuality
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Understanding Bisexuality
Bisexual people are those who have the capacity to form attraction and/or relationships to more than one gender.
6 context.reverso.net /%d0%bf%d0%b5%d1%80%...
Τίτλος
Bisexual - Перевод на русский - примеры английский
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Bisexual - Перевод на русский - примеры английский
I'm Bisexual, meaning I like both men and women. Я сказал ей, что бисексуален , что мне нравятся и женщины, и мужчины. Bryant ...;61331118
7 skyeng.ru /vocabulary/bisexual...
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Bisexual — перевод, транскрипция, произношение и ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Bisexual — перевод, транскрипция, произношение и ...
22 дек. 2024 г. — Словосочетания · Bisexual identity - бисексуальная идентичность · Bisexual community - бисексуальное сообщество · Bisexual pride - гордость ...
8 www.merriam-webster.com /dictionary/bisexual
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
BISEXUAL Definition & Meaning
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
BISEXUAL Definition & Meaning
4 дня назад — The meaning of BISEXUAL is of, relating to, or characterized by sexual or romantic attraction to people of one's same sex and of the ...

Πρόσθετες Υπηρεσίες

💎