| Θέση | Πεδίο ορισμού | Σελίδα | Δράσεις |
|---|---|---|---|
| 1 | dictionary.cambridge.org | /ru/%D1%81%D0%BB%D0%... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Значение follow в английском - Cambridge Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
follow verb (GO) ... to move behind someone or something and go where he, she, or it goes |
|||
| 2 | context.reverso.net | /%D0%BF%D0%B5%D1%80%... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
to follow in - Перевод на русский - примеры английский
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Перевод "to follow in" на русский · пойти по · следовать по · идти по. для подражания в. следует придерживаться при. Показать больше [...] Показать меньше. |
|||
| 3 | www.ldoceonline.com | /dictionary/follow | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
follow | meaning of follow in Longman Dictionary ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
to walk, drive etc behind or after someone , for example in order to see where they are going. The man had followed her home to find out where she lived. |
|||
| 4 | www.collinsdictionary.com | /dictionary/english/... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
FOLLOW definition and meaning | Collins English Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
1. to come after in sequence, order of time, etc . · 2. to go or come after; move behind in the same direction · 3. to accept as a guide or leader; accept the ... |
|||
| 5 | follow.it | / | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
follow.it | The Ultimate News Platform
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Follow websites while you browse the net , either via our bookmarklet tool or browser extension. Follow & unfollow with one click — your email stays ... |
|||
| 6 | linguix.com | /english/preposition... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
follow by vs in vs from vs on or with? - GrammarDesk.com
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Keep using follow by in stead of in? Check out Linguix's spelling book and make sure you never confusefollow by and in again! |
|||
| 7 | ell.stackexchange.com | /questions/205237/a-... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
A phrase ”follow into" in a context
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
12 апр. 2019 г. — " Follow" here means "came after" or "jointed the team after ." It refers back to "Luol Deng and Timofey Mozgov," and "the players who followed" are those who ... |
|||
| 9 | www.wordreference.com | /enru/follow | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
follow - Англо-русский словарь на
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
идти следом несов + нар ; He followed his wife into the house. ; Он пошёл в дом следом за своей женой. ; follow vtr, (proceed along) (в направлении ч.-л.) ... |
|||