Български | Català | Deutsche | Hrvatski | Čeština | Dansk | Nederlandse | English | Eesti keel | Français | Ελληνικά | Magyar | Italiano | Latviski | Norsk | Polski | Português | Română | Русский | Српски | Slovenský | Slovenščina | Español | Svenska | Türkçe | 汉语 | 日本語 |
P

lived in

Ενεργή φράση
Ημερομηνία ενημέρωσης πληροφοριών: 2026/05/16

📊 Περίληψη: lived in

📋
Συχνότητα αναζήτησης: 949 202
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μορφολογικά δεδομένα ή ορισμός για αυτήν τη φράση.

Θέσεις σε Google

Αναζήτηση φράσεων - Google

🔍
Θέση Πεδίο ορισμού Σελίδα Δράσεις
1 dictionary.cambridge.org /ru/%D1%81%D0%BB%D0%...
Τίτλος
Значение lived in в английском - Cambridge Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Значение lived in в английском - Cambridge Dictionary
27 мая 2026 г. — LIVED IN
2 context.reverso.net /%D0%BF%D0%B5%D1%80%...
Τίτλος
lived-in - Перевод на русский - примеры английский
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
lived-in - Перевод на русский - примеры английский
The lived-in classroom had colorful projects hanging, showcasing many students' creativity. Обжитый класс был полон красочных проектов, демонстрирующих ...
3 www.merriam-webster.com /dictionary/lived-in
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
LIVED-IN Definition & Meaning
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
LIVED-IN Definition & Meaning
15 апр. 2026 г. — The meaning of LIVED-IN is of or suggesting long-term human habitation or use ; also
4 englishart.ru /lived-in-perevod-s-...
Τίτλος
Перевод слова LIVED-IN на русский язык
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Перевод слова LIVED-IN на русский язык
Английское слово LIVED-IN переводится русским словом обжитой . английское прилагательное lived-in означает — обжитой. Как произносится слово LIVED-IN по- ...
5 english.stackexchange.com /questions/127368/li...
Τίτλος
"Lived" vs "lived in." [closed]
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
"Lived" vs "lived in." [closed]
16 сент. 2013 г. — Closed. This question is off-topic. It is not currently accepting answers. This question does not appear to be about English language and ...
6 www.oed.com /dictionary/lived-in...
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
lived-in, adj. meanings, etymology and more
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
lived-in, adj. meanings, etymology and more
There is one meaning in OED's entry for the adjective lived-in . See 'Meaning & use' for definition, usage, and quotation evidence.;69973340
7 www.thesaurus.com /browse/lived-in
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
LIVED-IN Synonyms & Antonyms - 28 words
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
LIVED-IN Synonyms & Antonyms - 28 words
Find 28 different ways to say LIVED-IN , along with antonyms, related words, and example sentences at Thesaurus.com.
8 en.wiktionary.org /wiki/lived-in
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
lived-in
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
lived-in
Adjective · Looking like someone currently lives there or has lived there , not pristine, not new · (euphemistic) Looking sloppily kept. · (Of a dramatic ...
10 www.translate.ru /%D0%BF%D0%B5%D1%80%...
Τίτλος
lived — перевод на русский с английского | PROMT. ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
lived — перевод на русский с английского | PROMT. ...
Перевод «lived» с английского на русский

Πρόσθετες Υπηρεσίες

💎