| Θέση | Πεδίο ορισμού | Σελίδα | Δράσεις |
|---|---|---|---|
| 1 | context.reverso.net | /%D0%BF%D0%B5%D1%80%... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
saw up - Перевод на русский - примеры английский
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Some areas of Japan saw up to 40% of their average rainfall in just a few days. В некоторых районах Японии выпало до 40% их среднего количества ... |
|||
| 2 | dictionary.cambridge.org | /ru/%D1%81%D0%BB%D0%... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Значение saw something up в английском
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
5 нояб. 2025 г. — to cut something into smaller pieces using a saw |
|||
| 3 | www.merriam-webster.com | /dictionary/saw%20up | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
SAW UP Definition & Meaning
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
17 нояб. 2025 г. — phrasal verb sawed up; sawed up or sawn up; sawing up; saws up |
|||
| 4 | www.translate.ru | /%D0%BF%D0%B5%D1%80%... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
saw up – перевод на русский с английского
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
перевод "saw up" с английского на русский от PROMT, отпиливать , транскрипция, произношение, примеры перевода, грамматика, онлайн-переводчик и словарь PROMT. |
|||
| 5 | www.oxfordlearnersdictionaries.com | /definition/english/... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
saw up phrasal verb - Definition, pictures ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Definition of saw up phrasal verb in Oxford Advanced Learner's Dictionary. Meaning, pronunciation, picture, example sentences, grammar, usage notes, ... |
|||
| 6 | eng-rus-polytechnic-dict.slovaronline.com | /55228-saw%20up | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
SAW UP - перевод в Англо-русском политехническом ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
SAW UP · /vt/ отпиливать Англо-русский строительный словарь.Академик.ру.2011. · распиливать · отпиливать ... |
|||
| 7 | skyeng.ru | /articles/anglijskij... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Глагол to saw (saw, sawed, sawn)
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Saw off — отпилить. He sawed off the broken branch. — Он отпилил сломанную ветку. · Saw up — распилить на части . They sawed up the logs for firewood. — Они ... |
|||
| 8 | www.ldoceonline.com | /dictionary/saw-up | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
saw something ↔ up
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
phrasal verb to cut something into many pieces, using a saw . The tree was cut down and sawn up for logs. |
|||
| 9 | melodict.com | /saw_up | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Saw up - перевод на русский
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Saw up. фразовый глагол распиливать на куски, части Например |
|||
| 10 | skysmart.ru | /articles/english/gl... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Глагол saw - 3 формы, значения, перевод и примеры ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
9 апр. 2025 г. — Saw up — распилить на части . He sawed up the old furniture for firewood. (Он распилил старую мебель на дрова.) She sawed the tree trunk up ... |
|||