| Θέση | Πεδίο ορισμού | Σελίδα | Δράσεις |
|---|---|---|---|
| 1 | ell.stackexchange.com | /questions/233380/ha... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
grammar - having spending vs spending
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
24 дек. 2019 г. — " having spent" and "after spending" are both correct but "having spent" contains a sense of coercion. On the other hand " having spending" is grammatically ... |
|||
| 2 | www.reddit.com | /r/EnglishLearning/c... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Spend money + to infinitive
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
If you spend money to something, it's usually to do something. "I spent money to get a water park ticket." Here the action is getting the ticket ... |
|||
| 3 | dictionary.cambridge.org | /dictionary/english/... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
SPEND | English meaning - Cambridge Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
SPEND definition |
|||
| 4 | www.ldoceonline.com | /dictionary/spend | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
spend
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
1. money [intransitive, transitive]SPEND MONEY to use your money to pay for goods or services I can't afford to spend any more money this week. |
|||
| 5 | consumer.gov | /your-money/making-b... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Making a Budget
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
A budget shows you |
|||
| 6 | www.gymglish.com | /en/gymglish/english... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Spend - Definition & Meaning
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
2 to spend |
|||
| 7 | glagol.reverso.net | /%D1%81%D0%BF%D1%80%... | |
|
Τίτλος
Проспрягать глагол spend Английский
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Английский глагол spend |
|||
| 8 | byjus.com | /english/difference-... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Table Summarising the Difference between Spend and Spent
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Spend, Spent ; Meaning, The word spend means to pay out money or use up time to do something . The word spent means exhausted as well as the past form of the word ... |
|||