| Θέση | Πεδίο ορισμού | Σελίδα | Δράσεις |
|---|---|---|---|
| 1 | www.merriam-webster.com | /dictionary/taken%20... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
TAKEN SHORT Definition & Meaning
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
23 янв. 2026 г. — The meaning of TAKEN SHORT is suddenly needing to use a toilet when there is no toilet available. |
|||
| 2 | dictionary.cambridge.org | /dictionary/english/... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
BE CAUGHT/TAKEN SHORT - Cambridge English Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
to suddenly and unexpectedly need to go to the toilet , especially when it is not convenient for you to do so. |
|||
| 3 | www.enotes.com | /topics/lord-of-the-... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
What does the phrase "taken short" mean in Lord of ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
18 дек. 2012 г. — Quick answer |
|||
| 4 | forum.wordreference.com | /threads/taken-short... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
taken short
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
26 янв. 2007 г. — It means that one has not had time or been able to get to a bathroom , and an accident has ensued! |
|||
| 5 | wooordhunt.ru | /word/take%20short | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Take short - перевод на русский язык
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
take short — обрывать take short cut — пойти кратчайшим путём take short views — проявлять недальновидность; не загадывать на будущее; не думать о будущем |
|||
| 6 | www.wordwebonline.com | /en/TAKENSHORT | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
taken short- WordWeb dictionary definition
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Adjective |
|||
| 7 | www.imdb.com | /title/tt1935250/ | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Taken (Short 2011)
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Haunted by the death of his wife, the husband visits the place where she was kept captive and possibly murdered.Haunted by the death of his wife, ... |
|||
| 8 | dictionary.reverso.net | /english-definition/... | |
|
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
TAKEN SHORT - Definition & Meaning
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία:
N/A
Επιστροφή συνδέσμους:
N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης:
N/A
Χρόνος φόρτωσης:
N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
taken short definition |
|||