Български | Català | Deutsche | Hrvatski | Čeština | Dansk | Nederlandse | English | Eesti keel | Français | Ελληνικά | Magyar | Italiano | Latviski | Norsk | Polski | Português | Română | Русский | Српски | Slovenský | Slovenščina | Español | Svenska | Türkçe | 汉语 | 日本語 |
P

taking out

Ενεργή φράση
Ημερομηνία ενημέρωσης πληροφοριών: 2026/05/19

📊 Περίληψη: taking out

📋
Συχνότητα αναζήτησης: 114 700
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μορφολογικά δεδομένα ή ορισμός για αυτήν τη φράση.

Θέσεις σε Google

Αναζήτηση φράσεων - Google

🔍
Θέση Πεδίο ορισμού Σελίδα Δράσεις
1 dictionary.cambridge.org /dictionary/english/...
Τίτλος
TAKE SOMETHING OUT | English meaning
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
TAKE SOMETHING OUT | English meaning
to go somewhere and do something with someone , usually something you plan and pay for
2 context.reverso.net /translation/english...
Τίτλος
taking out - Translation into Russian - examples English
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
taking out - Translation into Russian - examples English
Translation of "taking out" in Russian ... Higher interest rates can discourage people from taking out loans. Высокие процентные ставки могут отбить у людей ...
3 www.vocabulary.com /dictionary/take%20o...
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Take out - Definition, Meaning & Synonyms
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Take out - Definition, Meaning & Synonyms
bring, take, or pull out of a container or from under a cover . draw, draw off, withdraw. remove (a commodity) from (a supply source).
4 wooordhunt.ru /word/take%20out%20o...
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Take out of - перевод на русский язык
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Take out of - перевод на русский язык
to take it out of smb. — утомлять, лишать сил кого- л. heat takes it out of me — от жары я очень устаю; жара ...
4 www.translate.ru /%D0%BF%D0%B5%D1%80%...
Τίτλος
taking out — перевод на русский с английского
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
taking out — перевод на русский с английского
Перевод «taking out» с английского на русский
4 www.oxfordlearnersdictionaries.com /definition/english/...
Τίτλος
take out phrasal verb - Definition, pictures, pronunciation ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
take out phrasal verb - Definition, pictures, pronunciation ...
take something out to remove something from inside somebody's body , especially a part of it to obtain an official document or service.
5 www.merriam-webster.com /thesaurus/taking%20...
Τίτλος
TAKING OUT Synonyms
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
TAKING OUT Synonyms
Synonyms for TAKING OUT
6 melodict.com /take_out
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Take out - перевод на русский и значение
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Take out - перевод на русский и значение
Take out. фразовый глагол 1) вынимать Например
7 en.wiktionary.org /wiki/take_out
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
take out
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
take out
Verb · To remove . · To escort someone on a date. · (idiomatic) To immobilize with force; to subdue; to incapacitate. · (transitive) To obtain by application by ...

taking out Λόγια

📚

taking

Шиньон: ШИНЬО'Н, а, м. [фр. chignon]. Женская прическа, обычно из чужих волос. Носить ш.
Пародия: Ср. Кром водевилей, фальшивыхъ косъ и зубовъ, да пароди на всхъ и все, ЂЂЂ нтъ у современнаго человка ровно никакихъ идеаловъ. Рыцари желтаго шиньона такъ и просятся въ желтый домъ... Данилевскй. Девятый валъ.
ОВЦА: ...волокнами, за 12 мес отрастающая на 36-45 см. Последнюю породу создавали специально для изготовления женских шиньонов, а также театральных и придворных париков. Породы овец весьма разнообразны по направлениям использования, сложению и масти.

Πρόσθετες Υπηρεσίες

💎