Български | Català | Deutsche | Hrvatski | Čeština | Dansk | Nederlandse | English | Eesti keel | Français | Ελληνικά | Magyar | Italiano | Latviski | Norsk | Polski | Português | Română | Русский | Српски | Slovenský | Slovenščina | Español | Svenska | Türkçe | 汉语 | 日本語 |
P

word robots

Ενεργή φράση
Ημερομηνία ενημέρωσης πληροφοριών: 2026/02/19

📊 Περίληψη: word robots

📋
Συχνότητα αναζήτησης: 14 078
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μορφολογικά δεδομένα ή ορισμός για αυτήν τη φράση.

Θέσεις σε Google

Αναζήτηση φράσεων - Google

🔍
Θέση Πεδίο ορισμού Σελίδα Δράσεις
1 en.wikipedia.org /wiki/Robot
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
Robot
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Robot
The word robot can refer to both physical robots and virtual software agents , but the latter are usually referred to as bots. Related to the concept of ...
2 www.sciencefriday.com /segments/the-origin...
Τίτλος
The Origin Of The Word 'Robot'
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
The Origin Of The Word 'Robot'
22 апр. 2011 г. — Robot is drawn from an old Church Slavonic word, robota , for “servitude,” “forced labor” or “drudgery.”
3 www.reddit.com /r/etymology/comment...
Τίτλος
The word Robot (in English) is three years older than ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
The word Robot (in English) is three years older than ...
TIL the word ' robot ' comes from a Czech word, 'robota', meaning "forced labor". The word ' robot ' was first used to denote a fictional humanoid ...
4 dictionary.cambridge.org /dictionary/english/...
Τίτλος
ROBOT | English meaning - Cambridge Dictionary
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
ROBOT | English meaning - Cambridge Dictionary
5 дней назад — a machine controlled by a computer that is used to perform jobs automatically
5 www.merriam-webster.com /rhymes/syn/robot
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
ROBOT Related Words
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
ROBOT Related Words
Words related to robot
6 cacm.acm.org /opinion/a-robots-ro...
Πλήρης διεύθυνση URL
Τίτλος
A Robot's Roots
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
A Robot's Roots
1 апр. 2013 г. — The word robota means forced labor and differs from “práce,” which means any kind of work, including that of a free man, as well as creative work.
7 seelrc-iis.trinity.duke.edu /russdict/word.aspx?...
Τίτλος
Russian Word
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
Russian Word
робот • noun, masc. 1) robot. Singular. N, робот •. A, робот •. G, робота •. D, роботу •. L, роботе •. I, роботом •. plural. N, роботы •. A, роботы •. G ...
8 www.facebook.com /Jeopardy/posts/the-...
Τίτλος
The word "robot" officially entered the world lexicon #OTD ...
Τελευταία Ενημέρωση
N/A
Αρχή σελίδας
N/A
Κυκλοφορία: N/A
Επιστροφή συνδέσμους: N/A
Μερίδια κοινωνικής δικτύωσης: N/A
Χρόνος φόρτωσης: N/A
Προεπισκόπηση αποσπάσματος:
The word "robot" officially entered the world lexicon #OTD ...
The word "robot" officially entered the world lexicon #OTD in 1921. After learning the etymology, it's obvious why they turn against humans in every ...

Πρόσθετες Υπηρεσίες

💎